επαμφοτερισμός

(AM ἐπαμφοτερισμός) [επαμφοτερίζω]
δισταγμός, ενδυασμός, αμφιταλάντευση
νεοελλ.
αοριστία, αοριστολογία, ασάφεια
αρχ.
αβεβαιότητα για τη συγγένεια, για το γένος («ἐπαμφοτερισμός τῶν τέκνων», Φίλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπαμφοτερισμός — inclination both ways masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επαμφοτερισμός — ο 1.αμφιταλάντευση, δισταγμός, αβεβαιότητα. 2. αοριστία, αοριστολογία, ασάφεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμφοτερισμός ή επαμφοτερισμός — Χαρακτηριστική ιδιότητα που έχουν τα υδροξυλικά παράγωγα μερικών χημικών στοιχείων (τα οποία ονομάζονται επαμφοτερίζοντα στοιχεία) να συμπεριφέρονται είτε ως βάσεις είτε ως οξέα. Επαμφοτερίζοντα στοιχεία είναι κατά κανόνα οι ασθενείς βάσεις και… …   Dictionary of Greek

  • ἐπαμφοτερισμοῦ — ἐπαμφοτερισμός inclination both ways masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαμφοτερισμόν — ἐπαμφοτερισμός inclination both ways masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.